Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στο κοιμητήριο

Χριστούγεννα στο κοιμητήριο.

(Του Νίκου Κοσμίδη)


article_24201

Σήμερα το πρωί, μετά την πρωινή αρχιερατική Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, βρεθήκαμε με έναν φίλο στο κοιμητήριο της πόλης. Λίγοι άνθρωποι ήταν εκείνη την ώρα στο χώρο, που όμως ήταν γεμάτος από το όμορφο φως της ηλιόλουστης ημέρας. Φως της ζωής και σκιά του θανάτου:
Παντρεύτηκαν οι δυο τους τον ίδιο τόπο. Σημείο αντιλεγόμενο! Χριστός ετέχθη και νιώσαμε την ανάγκη να θυμιατίσουμε ιδιαίτερα τη γειτονιά των μικρών παιδιών. Θα περίμεναν τα παιχνίδια τους τέτοια μέρα. Εμείς τους προσφέραμε λίγες προσευχές και λιβάνι. Όπως οι Μάγοι στον Χριστό σκέφτομαι τώρα, ελπίζω χωρίς ασέβεια.
Επισκεφθήκαμε, μεταξύ άλλων, και το μνήμα ενός φίλου που θα γιόρταζε την ονομαστική του εορτή. Χρήστος ή Χρίστος, όπως επέλεξε να υπογράφει. Υπήρξε πολυτάλαντος, με χαρίσματα που γνώριζαν μόνο λίγοι και ο Θεός. Τα έκρυβε καλά.
Ένα από τα λίγα ταλέντα που θέλησε να μοιραστεί μαζί μας, ήταν αυτό της ψαλτικής τέχνης που διακονούσε με ταπεινότητα. Έτσι, του ψάλλαμε και μεις το Κοντάκιο των Χριστουγέννων.
Είπα πως γύρω μας βρίσκονταν λίγοι άνθρωποι. Ανάμεσά τους μια γυναίκα, κάπου 45-50 χρονών, που περιποιούνταν έναν καινούργιο τάφο. Είχαμε διακρίνει δυο φωτογραφίες ενός νέου ανθρώπου. Παρά την ασχολία της μας πρόσεξε και κατάλαβε πως ψάχναμε έναν συγκεκριμένο τάφο. Με ενδιαφέρον ρώτησε το όνομα. Το ένα έφερε το άλλο και ο φίλος τη ρώτησε ποιο πρόσωπο την έφερε ανήμερα Χριστουγέννων στο κοιμητήριο. Εκείνη απάντησε πως έχασε τον γιο της από καρκίνο πριν λίγους μήνες. Ξεπεράσαμε γρήγορα την αμηχανία και κουβεντιάσαμε για λίγο μαζί της. Είχε ανάγκη να μας πει συγκινημένη πόσο της λείπει και πώς δεν έχει καταφέρει ακόμα να ξαναπάει στο σπίτι που ζούσαν μαζί.
Είχαμε και μεις ανάγκη να κοινωνήσουμε μαζί της τη χαρά της ημέρας. Ή μάλλον να κοινωνήσουμε όλοι μαζί από τη χαρά της ημέρας.
Το πρόσωπό της μαρτυρούσε τον πόνο της. Κάτι εύκολα πήγαμε να πούμε, αλλά απάντηση δεν είχαμε ασφαλώς μπροστά στον πόνο αυτό. Μόνο πως θα ανάβουμε ένα κερί στη μνήμη του γιου της όποτε μας φέρνει ο δρόμος μας προς τα εκεί.
Εκείνη μας ευχαρίστησε, φιληθήκαμε σαν παλιοί γνωστοί, δώσαμε υπόσχεση να ξαναβρεθούμε μια επόμενη φορά και ευχηθήκαμε «Καλά Χριστούγεννα και Χρόνια Πολλά». «Χρόνια Πολλά» είπαμε οι ζωντανοί και οι κεκοιμημένοι που «παρακολουθούσαν» τη σκηνή θα έλεγαν πως καλός είναι ο λόγος σας, αλλά ο χρόνος δεν σας ανήκει. Γι’ αυτό σκεφτείτε καλά το πώς τον σπαταλάτε.
Παρόμοιες στιγμές ζήσαμε και κατά τη φετινή Μεγάλη Παρασκευή, όταν, για πρώτη φορά, βρεθήκαμε πάλι παρέα στη μεσημεριανή περιφορά του επιταφίου ανάμεσα στους τάφους του νεκροταφείου, τους προσωρινούς κατοίκους τους και τους οικείους τους. Ταιριαστή, θα μου πείτε, η περιφορά μια τέτοια μέρα σε αυτόν τον χώρο. Να που όμως και τα Χριστούγεννα στο κοιμητήριο είχαν τη δική τους σημασία και αποκαλυπτική, ας μου επιτραπεί να πω, αξία. Άλλωστε κατά την Ανατολική εικονογραφική παράδοση το νεογέννητο Θείο Βρέφος δεν αναπαύεται στη ζεστή αγκαλιά της Παναγίας Μητέρας Του, αλλά στην κρύα πλάκα ενός τάφου.
Γέννηση και θάνατος, ευφροσύνη και πάθος, ταφή και Ανάσταση. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα των Χριστιανών. Χριστούγεννα που ο κόσμος αγνοεί και που δυστυχώς ξεχνούμε όλο και περισσότερο και μεις οι Ορθόδοξοι υπό το βάρος της καταπιεστικής, πλαστικής και άνοστης χαράς που μας κυνηγάει αυτές τις μέρες.
Σήμερα διάβασα πως και τα μελομακάρονα ακόμα αναφέρονται σε αυτή τη ζωοποιό παράδοση που ξεθωριάζει (;). Η λέξη συσχετίζεται ετυμολογικά με την μακαρωνία, λένε. Ένα είδος αρτοσκευάσματος που προσφέρονταν στη μνήμη των κεκοιμημένων.
Μακάρια, λοιπόν, η μνήμη της ολότητας της ζωής και της αλληλονοηματοδότησης των θρησκευτικών εορτών, έναντι του αποπροσανατολιστικού κατακερματισμού των παρόντων ημερών. Μακάρια και η μνήμη πως η Ζωή γεννήθηκε για να προσφερθεί θυσιαστικά, έτσι ώστε να ζήσουμε και μεις αληθινά.

Έτη πολλά και χαρμολυπημένα! Όσο αντέχουμε…

Χριστουγεννιάτικο μήνυμα

Ένα αλλιώτικο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα 

από το Άγιο Όρος



66893_1547125898935062_7752778630356158601_n


Και επειδή δεν είναι όλοι εξοικειωμένοι με την αρχαΐζουσα ελληνική γλώσσα παραθέτουμε και μία απόδοση στην δημοτική νεοελληνική:

«Δεν ανατέλλει από την Ανατολή νέος λαμπρός αστέρας που να δείχνει την οδό προς την Βηθλεέμ, αλλά (αντί γι αυτόν υψώνεται) αλλοίμονο το δίκοπο ξίφος ακονισμένο από την οργή του Παντοκράτορα Κυρίου, επάνω στην εκτεταμένη υβριστική Δύση.
Οι ουράνιοι άγγελοι παίρνουν την ειρήνη από την γη ρίχνοντας το φονικό χέρι του Ηρώδη σε σφαγές. Η μετάνοια όλου του γένους όπως των κατοίκων της Νινευή (που φόρεσαν τρίχινους σάκκους και έρριχναν στάχτη στο κεφάλι τους ζητώντας συγχώρεση), έχει αποδράσει και δεν υπάρχει κανείς (σαν τον δίκαιο) Φινεές*.

Τα Χριστούγεννα και ο Παπαδιαμάντης

Τα Χριστούγεννα και ο Παπαδιαμάντης

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Κάθε Χριστούγεννα η σκέψη μας πηγαίνει αυθόρμητα στον Σκιαθίτη Γέροντα των γραμμάτων μας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που έχει γράψει υπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ο Ανδρέας Καραντώνης τον χαρακτήρισε  τον πρώτο αληθινά μεγάλο Έλληνα πεζογράφο και εξήγησε το γιατί:: » Μεγάλος πεζογράφος είναι εκείνος που κατορθώνει και διορθώνει το έργο του πάνω σ’ έναν από κεντρικούς άξονες του Λαού του. Κι ένας από τους κεντρικούς αυτούς άξονες του Ελληνικού Λαού είναι η χριστιανική διαμόρφωση της ψυχής του, έτσι ακριβώς, όπως την αποκρυστάλλωσε από τα ένδοξα χρόνια του Βυζαντίου, ως τις ημέρες που είδε το φως ο χριστιανολάτρης διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ήταν ο συγγραφεύς, ο προορισμένος να αποκαταστήση τη χαμένη επαφή του νεοελληνικού λόγου με την πηγή της λαϊκής θρησκευτικής ψυχολογίας».
Ο Παπαδιαμάντης μέσα από την Πίστη του στην Ορθοδοξία και την αγάπη του προς την Πατρίδα του, την Ελλάδα, μίλησε απλά και κατ’ ευθείαν στην καρδιά του λαού μας. Και ορισμένες σκέψεις του μένουν ως αποφθέγματα στην ιστορία των Ελλήνων. Ήταν βέβαιος ότι οι πολέμιοι του Χριστού θα υπάρχουν πάντοτε, αλλά και θα απέρχονται, ενώ ο γεννημένος στη Φάτνη της Βηθλεέμ Χριστός θα βασιλεύει πάντα. ΄Εγραψε: » Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί’ αλλά παρήλθον’ προ αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλ’ εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και τους φιλαναγνώστας δια περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε Χριστός έμεινε και θα μένη…Ο πόθος της μωράς επιδείξεως, η μανία του καινά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, από των οποίων τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική συζήτησις της προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας».

Ο Παπαδιαμάντης δεν αναγνωρίστηκε από όλους τους συγχρόνους του, κυρίως από ηθικιστές χριστιανούς και από συγγραφείς των σαλονιών. Γράφει σχετικά ο Φώτης Δημητρακόπουλος: » Ο Παπαδιαμάντης αντιμετωπίστηκε κατά βάσιν ιδεολογικά και λιγότερο αξιολογικά από την επίσημη κριτική, λογοτεχνική και φιλολογική, ένεκα της θρησκευτικής του πίστης στην ορθοδοξία, του αντιδυτικού του αισθήματος και της γλώσσας του έργου του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κ.Θ. Δημαράς, που υποστηρίζει πως ο Παπαδιαμάντης «διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα» και πως «η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη…». Παλαιότερα κριτικοί προς τον κυρ Αλέξανδρο ήσαν οι Γρ. Ξενόπουλος και Κ. Χατζόπουλος. Ο Φώτος Πολίτης τον χαρακτηρίζει «πιστό των εξωτερικών συμβόλων της χριστιανικής λατρείας». Αρκετά κριτικός έναντί του είναι και ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που έγραψε.
Οι ιδεολογικά αντίθετοί του δεν μπορούν γενικά να αντέξουν την σε βάρος τους καταγγελία του, όπως την γράφει στον «Λαμπριάτικο ψάλτη»: «Όλα τα χριστουγεννιάτικα και τα πασχαλινά διηγήματα δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως. Μη θρησκευτικά προς Θεού! Το Ελληνικόν Έθνος δεν είναι Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων» Οι υλιστές και ηδονιστές κριτικοί του δεν μπορούν επίσης να ανεχθούν τον λόγο του «επ’ εμοί ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ δεν θα πάψω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου«. (Σημ. Υπογράμμιση του υπογράφοντος). Γράφει σχετικά ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στα Collectanea: «… Σωφρονώ! Α το δύσκολο, το δυσκολότατο εκείνο ρήμα της παπαδιαμαντικής φράσης …πόσοι ακόμα το κάνουν ενεργό στη ζωή τους, αλήθεια, και πόσοι (λιγότεροι ακόμα) δίνουν επίσημα την υπόσχεση και ξεστομίζουν καταπάνω τους την τρομερή φοβέρα που εκείνος ξεστόμισε καταπάνω στον εαυτό του: Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ; Αλήθεια πόσοι;»
Εκτός από τους ιδεολογικά αντιθέτους του Παπαδιαμάντη υπήρξαν αυτοί που τον εκτίμησαν χωρίς να αντιληφθούν πλήρως ή παραθεωρώντας  την ορθόδοξη πνευματικότητά του. Αυτοί με επιμέλεια και με αγάπη στον άνθρωπο και στον λογοτέχνη Παπαδιαμάντη πρόβαλαν το έργο του. Ένας από αυτούς ήταν ο Οκτάβιος Μερλιέ, Γάλλος φιλέλληνας και λόγιος, που αγάπησε ξεχωριστά τον Παπαδιαμάντη, τον μετάφρασε στα γαλλικά, και με ευθύνη του, πρόλογο και σημειώσεις του τον εξέδωσαν οι περίφημες γαλλικές εκδόσεις «Les Belles Lettres». Έγραψε σχετικά ο Γιώργος Θεοτοκάς στο περιοδικό «Ελληνική Βιβλιογραφική και Βιβλιοκριτική Επιθεώρησις» ( τεύχος Φεβρουάριος 1935):
«Η παράδοση μας είχε μεταδώσει για τον Παπαδιαμάντη την εικόνα ενός απλοϊκού χωριανού ασκητή, περιπλανημένου μες στην πρωτεύουσα, χωρίς σχεδόν κανένα άλλο συναίσθημα εξόν από την θρησκευτική του πίστη και τη νοσταλγία του νησιού του. Αλλά στα βιβλία του Οκταβίου Μερλιέ ανακαλύπτουμε έναν γνήσιο καλλιτέχνη με απέραντη ευρωπαϊκή μόρφωση, πρωτοπόρο της εποχής του (μετέφρασε το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι στα 1889, τον καιρό που ο ρώσος λογοτέχνης ήταν σχεδόν άγνωστος στη Δύση), εξαιρετικά ανήσυχο, τυραννισμένο ακατάπαυστα από τις αντιφατικές αξιώσεις της ψυχής του, προικισμένο με την πιο λεπτή ευαισθησία και εξαίσια εγωκεντρικό. Νομίζαμε άλλοτε πως η αιτία της απομόνωσης του στην Αθήνα ήταν η συστολή του εμπρός στον ανώτερό του «πολιτισμό» της πρωτεύουσας. Τώρα υποπτευόμαστε μάλλον  ότι η αιτία ήταν ακριβώς αντίθετη, ότι δηλαδή ο Παπαδιαμάντης τραβήχτηκε μακριά από τους τότε Αθηναίους, λογίους και μη, επειδή τους είχε ξεπεράσει και δεν μπορούσε πια να συνεννοηθεί μαζί τους».
Μεταξύ αυτών που ένιωσαν την ποιότητα του έργου του Παπαδιαμάντη ήταν ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Σαραντάρης, που και αυτός υπέστη τον ιδεολογικό ρατσισμό των υλιστών και ηδονιστών και τον κομπλεξισμό των μετριοτήτων. Σε δημοσίευμά του στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικές Ημέρες», τον Ιανουάριο του 1938, γράφει ότι ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει τον ελληνισμό ως σύνολο και ότι μετά από αυτόν » δεν φανερώθηκε στην Ελλάδα μήτε ένας σοβαρός θρησκευτικός πεζογράφος». Ο Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει για τον Σκιαθίτη συγγραφέα: «Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη …θάπρεπε η μορφή του να είχε γίνει αγέρας. Δεν έγινε. Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητας του. Δεν θάχει αλλάξει εκείνο, αλλά το μυαλό μας». Και ο Παπατσώνης τονίζει: » Χωρίς τον Παπαδιαμάντη χάνουμε τις ρίζες μας, παύουμε να είμαστε Έλληνες. Όταν έχει κανείς κάτι πολύτιμο δεν το απορρίχνει. Και το αγνό δίδαγμα του Σκιαθίτη είναι πολύ τίμιο και ανεπανάληπτο». Ο λόγιος Αγιορείτης μοναχός Μωϋσής από την πλευρά του υπογραμμίζει ότι το «κήρυγμα» του Παπαδιαμάντη, παραμένει επίκαιρο όπως και του Ντοστογιέφσκι, «αλλά πού αυτιά…» να τ’ ακούσουν, και πρσθέτει: «Ντοστογιέφσκι και Παπαδιαμάντης ζούσαν ό,τι έγραφαν, γι’ αυτό και είναι μεγάλοι λογοτέχνες».
Σε μια συνάντησή μου με τον σημαντικό Μικρασιάτη συγγραφέα Τάσο Αθανασιάδη τον είχα ερωτήσει τι κάνει να ξεχωρίζει τον μεγάλο συγγραφέα από αυτόν που απλώς γράφει κάποιο βιβλίο και μου απάντησε ο χρόνος. Από τη συζήτηση που ακολούθησε  κατάλαβα ότι όσο κι αν ενεργήσει προς καιρόν η διαφήμιση και τα κυκλώματα το μέτριο θα χαθεί στη λήθη, ενώ το σημαντικό θα επιζήσει, όπως το χρυσάφι στο καμίνι. Κατάλαβα επίσης την αμηχανία των υλιστών που ο Παπαδιαμάντης παραμένει επίκαιρος, 102 χρόνια μετά τον θάνατό του. Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, σε πείσμα τους, διαβάζονται «Το Χριστόψωμο», «Η Σταχομαζώχτρα», «Ο Αμερικάνος», «Στο Χριστό, στο Κάστρο», «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη» και τ’ άλλα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα.-

Τα Τίμια Δώρα των Μάγων

Α.Φωτογραφίες από τα Τίμια Δώρα των Μάγων 

(Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγίου Όρους)


Φωτογραφίες από τα Τίμια Δώρα των Μάγων (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγίου Όρους) http://leipsanothiki.blogspot.be/

καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.Τα Τίμια Δώρα των Μάγων, είναι ως γνωστόν, χρυσός, λίβανος και σμύρνα. Ο χρυσός βρίσκεται σε μορφή εικοσιοκτώ (28) επιμελώς σκαλισμένων επίπεδων πλακιδίων σε ποικιλία σχημάτων (παραλληλόγραμμων, τραπεζοειδών, πολυγώνων κτλ) και διαστάσεων περίπου 5 Χ 7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό καλλιτεχνικό σχέδιο. Ο λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα με τη μορφή εβδομήντα (70) περίπου σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς. Επειδή η πνευματική κυρίως, αλλά και η υλική, ιστορική και αρχαιολογική αξία των Τιμίων Δώρων είναι ανυπολόγιστη, φυλάσσονται με ιδιαίτερη επιμέλεια στο σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Για λόγους ασφαλείας είναι κατανεμημένα σε διαφορετικές λειψανοθήκες και μόνο μικρό μέρος των τίθεται σε προσκύνημα των επισκεπτών της Ιεράς Μονής ή μεταφέρεται προς αγιασμό εκτός Αγίου Όρους.
http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr


Φωτογραφίες από τα Τίμια Δώρα των Μάγων (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγίου Όρους) http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr
Οι κάρες των Τριών Μάγων.
Βρίσκονται σε ειδική λάρνακα λειψανοθήκη στον Καθεδρικό Ναό της Κολωνίας (Γερμανία).





























Φωτογραφίες από τα Τίμια Δώρα των Μάγων (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγίου Όρους) http://leipsanothiki.blogspot.be/




«Και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν» (Ματθ. β’ 11).Τρία δώρα έφεραν στο νεογέννητο Βασιλιά. Και χωρίς να το θέλουν συμβόλισαν την αγία και ζωοποιό Τριάδα, στο όνομα της οποίας ήρθε στον κόσμο το παιδί Ιησούς, αλλά και την τριπλή διακονία του Κυρίου: τη βασιλική, την ιερατική και την προφητική, γιατί ο χρυσός συμβολίζει την αυτοκρατορική, το λιβάνι την ιερατική και η σμύρνα την προφητική ή τη θυσιαστική. Το νεογέννητο βρέφος θα γινόταν ο Βασιλιάς του αθάνατου βασιλείου, ο αναμάρτητος ιερέας και προφήτης και, όπως οι περισσότεροι προφήτες πριν απ’ Αυτόν, θα θανατωνόταν.
Όλοι το γνωρίζουν πως ο χρυσός μαρτυρεί κάποιον βασιλιά και τη βασιλεία του. Όλοι γνωρίζουν πως το λιβάνι μαρτυρεί ιερωσύνη και προσευχή. Κι επίσης όλοι γνωρίζουν από την Αγία Γραφή πως το λιβάνι μαρτυρεί τη θνητότητα. Ο Νικόδημος άλειψε το σώμα του νεκρού Ιησού με μύρα (πρβλ. Ιωάν. ιθ’ 39-40). Άλειφαν τα σώματα για να τα διατηρήσουν κάπως περισσότερο από τη φθορά του θανάτου. Ο κόσμος φωτίστηκε από τον Χριστό, που έλαμψε σαν χρυσός. Και γέμισε από προσευχές και θυμιάματα, όπως ένας ναός. Η οικουμένη ολόκληρη γέμισε από το άρωμα της διδασκαλίας Του.
Τα τρία δώρα όμως συμβολίζουν επίσης την καρτερία και το αμετάβλητο. Ο χρυσός παραμένει χρυσός, το λιβάνι παραμένει λιβάνι και το μύρο παραμένει μύρο. Κανένα απ’ αυτά δε χάνει την ιδιότητά του όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μετά από χίλια χρόνια ο χρυσός εξακολουθεί να λάμπει, το λιβάνι να καίει και το μύρο διατηρεί το άρωμά του. Δε θα μπορούσαν να βρεθούν άλλα πιο αντιπροσωπευτικά αντικείμενα στη γη που να συμβολίζουν τόσο πιστά την επίγεια αποστολή του Χριστού ή να δείχνουν πιο καθαρά και εκφραστικά τον αιώνιο χαρακτήρα του έργου Του στη γη, καθώς και όλες τις πνευματικές και ηθικές αξίες που έφερε από τον ουρανό στον κόσμο. Έφερε την αλήθεια, την προσευχή, την αθανασία.
Με ποιό άλλο αντικείμενο θα μπορούσε να συμβολιστεί καλύτερα η προσευχή αν όχι με το λιβάνι; Όπως ο καπνός από το λιβάνι γεμίζει την εκκλησιά ολόκληρη, έτσι γεμίζει κι η προσευχή ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Όπως ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, έτσι ανεβάζει η προσευχή την ψυχή του ανθρώπου στο Θεό. «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου», λέει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. ρμα’ 2). Είναι γεγονός πως κι άλλα πράγματα βγάζουν καπνό, μα κανένας καπνός δεν εμπνέει την ψυχή για προσευχή.
Οι μάγοι από την Ανατολή συμβόλισαν έτσι έστω κι ανεπίγνωστα ολόκληρη τη χριστιανική πίστη. Ξεκίνησαν από την Αγία Τριάδα κι έφτασαν ως την Ανάσταση και την αθανασία του Κυρίου Ιησού και των πιστών Του. Δεν είναι απλοί προσκυνητές, μα πραγματικοί προφήτες. Προφήτες τόσο της χριστιανικής πίστης όσο και της ζωής και του έργου του Χριστού. Από μόνοι τους, με τη δική τους αντίληψη και γνώση, δε θα τα ήξεραν όλα αυτά. Ήταν η πρόνοια του Θεού που τους έστειλε στη Βηθλεέμ και τους έδωσε το παράξενο αυτό άστρο να τους οδηγεί.


Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη,

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη,

 Κώστα Βάρναλη


Παπαδιαμάντης


Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους…
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!
Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.
Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:
– Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).
Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.
Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.
Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.
Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα…
Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.
Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.
Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.
Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.
– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.
Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).
Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.
– Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!
Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Ὅρσε, κουβέρνο!
Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.
– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.
Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.
Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!…
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ … ἐξύπνησεν.
Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!

Ὁ πασχάλιος χαρακτήρας τῶν Χριστουγέννων

Ὁ πασχάλιος χαρακτήρας τῶν Χριστουγέννων

Τοῦ Ἀναπληρωτή Καθηγητῆ της Θεολογικῆς Σχολῆς του ΑΠΘ Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ

12 ΔΕΣ Ελληνικής Εταιρείας Βιβλικών 


Δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἁπλοί ἄνθρωποι χαρακτηρίζουν τά Χριστούγεννα ὡς Πάσχα. Δέν κάνουν κάποιο λάθος, ἀλλά ἐκφράζουν τό βαθύτερο νόημα τῆς χριστιανικῆς ἑορτῆς ἡ ὁποία ἑνώνει τά γεγονότα τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας καί ἀναδεικνύει τή χαρά γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνα εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ[1] καί μία κατά βάσιν εἶναι ἡ ἑορτή, τό γεγονός δηλαδή «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καί τῆς ἡμῶν θεώσεως»[2]. Ἡ Ἐνσάρκω­ση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου καί τό Πάσχα «πέρας τῆς οἰκονομίας ἐστί. Πῶς δ’ ἄν ἐγένετο τό πέρας, εἰ μή ἡ ἀρχή καθηγήσατο; Τί τίνος ἐστίν ἀρχηγικώτερον; Ἡ γέννησις δηλαδή τῆς κατά τό πάθος οἰκονομίας»[3]. Μέ ἁπλούστερα λόγια οἱ δύο πυλῶνες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, Χριστούγεννα καί Πάσχα (κινητό καί ἀκίνητο ἑορτολόγιο), εἶναι ἀλληλένδετοι, διότι ἐάν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός δέν θά ἀνίστατο. Ὁ Χριστός «εἶναι ὁ Λόγος-Δημιουργός διά τοῦ ὁποίου ἔγιναν τά πάντα καί εἶναι ὁ ἴδιος ἐπίσης πού ἔρχεται νά ἀναπλάσει τά πάντα στούς ἔσχατους καιρούς… Τά Χριστούγεννα στήν καρδιά τοῦ χειμώνα, εἶναι ἡ στιγμή ὅπου τό φῶς ἀρχίζει νά θριαμβεύει πάνω στό σκοτάδι, πράγμα πού συμβολίζει τήν ἐμφάνιση τοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης. Ἀντίθετα τό Πάσχα, στήν ἐαρινή ἰσημερία σημαίνει τόν θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ διά τῆς ἀναστά­σεώς του»[4].
Τήν ὡς ἄνω ἀλήθεια τοῦ ἑνιαίου θεολογικά καί ἀνθρωπολογι­κά χαρακτήρα Χριστουγέννων καί Πάσχα βιώνει ἡ ὀρθοδόξως πιστεύουσα ψυχή καί καταγράφει τόσο ἡ πατερική, ὅσο καί ἡ λειτουργική-ὑμνολογική μας παράδοση. «Χριστούγεννα: Πάσχα, ἑορταζόμενο ἐπί τρεῖς ἡμέρες» σημειώνεται σέ σλαβωνικά Τυπικά[5]. Τά πατερικά κείμενα ἐπίσης προβάλλουν ἰδιαίτερα τό γεγονός ὅτι τό μυστήριο τοῦ σαρκωθέντος, σταυρωθέντος καί ἀνα­στάντος Χριστοῦ εἶναι ἕνα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος π.χ. γράφει ὅτι πανηγυρίζουμε κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, δηλαδή τῶν Γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, διότι ἑορτάζουμε «ἐπιδημίαν Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, ἵνα πρός Θεόν ἐνδημήσωμεν ἢ ἐπανέλθω­μεν». Ἡ ἐπάνοδος ὅμως στό παλαιό κάλλος, ἡ ἐν Χριστῷ ἀνα­γέννησή μας προϋποθέτει καί τήν ἀπόθεση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώ­που, τή συσταύρωση δηλαδή καί συνανάσταση μέ τό Χριστό· «Καί ὥσπερ ἐν τῷ Ἀδάμ ἀπεθάνομεν, οὕτως ἐν Χριστῷ ζήσωμεν, Χριστῷ καί συγγεννώμενοι καί συσταυρούμενοι καί συνθαπτόμενοι καί συνανιστάμενοι»[6]. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐξηγεῖ ὅτι τά σμύρνα πού δίδονται ἀπό τούς Ποιμένες στόν τεχθέντα Κύριο προσφέρονται «ὡς ἀνθρώπῳ εἰς ἐνταφιασμόν»[7]. Ὁ μαθητής δέ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου Πρόκλος ἐπισημαίνει ὅτι ὁ «ἐν τῇ γαστρί τῆς Παρθένου τό ἴδιον αὑτοῦ σῶμα, ὡς οἶδεν, ἑαυτῷ διαπλάσας, αὐτός καί ἐν τρισίν ἡμέραις, τήν λύσιν τῆς ψυχῆς αὑτοῦ ἀπό τοῦ ἰδίου σώματος πάλιν ἑνώσας, τήν ἑαυτοῦ ἀνάστασιν ἔδειξε»[8].
Σέ λειτουργικό καθαρά ἐπίπεδο ἡ προεόρτιος καί μεθέορτος περίοδος τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὡς πρότυπο τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα πού εἶναι ἀρχαιότερη[9]. Μεγάλη Τεσσαρακοστή, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν καί ὕμνοι ἀνάλογοι μέ τήν ἑορτή αὐτή. Ἀπό τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) ψάλλονται οἱ καταβασίες τῶν Χριστουγέννων «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε» καί τό κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον ἐν σπηλαίῳ ἔρχεται…». Ἀπό τήν 20ήν Δεκεμβρίου ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Χριστουγέννων, ὁπότε καί οἱ πιστοί προετοιμάζονται ἐντατικότερα γιά νά ὑποδεχθοῦν «τό ἐν σπηλαίῳ μέγα μυστήριον»[10]. Οἱ Τριώδιοι δέ Κανόνες πού ψάλλονται στά Ἀπόδειπνα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν μιμοῦνται τά τριώδια τῶν Ὄρθρων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος πρό τοῦ Πάσχα· «Τῷ τήν ἄβατον· κυμαινομένην θάλασσαν…», «Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ, οἱ ὅσιοι τρεῖς Παῖδες μή πεισθέντες…» κ.λπ. Κατά τόν τύπον ἐπίσης τοῦ δοξαστικοῦ Τροπαρίου «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…» τῆς Θ΄ ὥρας τῆς Μ. Παρασκευῆς δημιουργήθηκε τό ἀντίστοιχο τροπάρο «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…» τῆς Θ΄ ὥρας κατά τήν παραμονή τῆς 25ης Δεκεμβρίου[11].
Τροπάρια ἐπίσης τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος μᾶς ὑπενθυμί­ζουν τήν ἄμεση σχέση ἀνάμεσα στά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα. Χαρακτηριστικά στόν πρῶτον ὕμνο τῆς Θ΄ ὠδῆς τοῦ Ἀποδείπνου κατὰ τὴν Μ. Τετάρτη Ἑσπέρας σημειώνεται· «Τό μέγα μυστήριον, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως, ἐπί τοῦ δείπνου, συνανακειμένου σου, τοῖς μύσταις φιλάνθρωπε, ἀνακαλύψας ἔφης· φάγετε ἄρτον τόν ζωτικόν, πίστει πίετε τό αἷμα κενωθέν, τῆς θεοπλεύρου σφαγῆς». Ὁ ἐν λόγῳ ὕμνος προβάλλει καί ἀναδεικνύει τή μεγάλη ἀλήθεια ὅτι τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τόσο ὡς γέννηση, ὅσο καί ὡς σταύρωση καί ἀνάσταση βιώνεται καθημερινά στή θεία Εὐχαριστία. Σ’ αὐτήν ἀνακεφαλαιώνεται ὅλο τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας καί κατά τήν τέλεσή της μυσταγωγούμεθα, ὅπως γράφει ὁ ἱερός Καβάσιλας, στό θαῦμα τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρω­πήσεως[12]. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ θεία Εὐχαριστία-Λειτουργία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν ἑορτή στήν ὁποίαν ἐκφράζεται ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χαρά πού ἑδράζεται στήν ἀγάπη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἡ χαρά πού πηγάζει ἀπό τήν ἑορτή τῆς δικῆς μας σωτηρίας κατά τήν ὁποίαν ἑορτάζουμε «μή τά τῆς πλάσεως, ἀλλά τά τῆς ἀνα­πλάσεως»[13].
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τον Δεκέμβριο του 2013

[1]. Κολ. 4, 3.
[2]. Ιωαννου Δαμασκηνου, Λόγος εἰς τό Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 96, 676B.
[3]. Γρηγοριου Νυσσης, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ (ἀμφιβαλ.), PG 46, 1148B.
[4]. J. Daniélou, Ἁγία Γραφή καί Λειτουργία. Ἡ βιβλική θεολογία τῶν μυστηρίων καί τῶν ἑορτῶν κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1981, σσ. 308, 313-314.
[5]. Βλ. Ι. Μ. Φουντουλη, «Τό Πάσχα τῶν Χριστουγέννων», ἐν Ὀρθοδοξία, περ. Β΄. Ἔτος Δ΄, τεῦχ. Δ΄, Ὀκτ.-Δεκ. 1997, σ. 482.
[6]. Γρηγοριου Θεολογου, Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 316A.
[7]. Μεγαλου Αθανασιου, Εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 28, 972B.
[8]. Προκλου Κωνσταντινουπολεως, Λόγος ΙΓ΄, Εἰς τό ἅγιον Πάσχα, PG 65, 792A.
[9]. π. Th. Hopko, Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 1994.
[10]. Στιχηρό Ἑσπερινοῦ 20ῆς Δεκεμβρίου.
[11]. Ι. Μ. Φουντουλη, «Τό Πάσχα τῶν Χριστουγέννων», ὅ.π., σσ. 490-495. Του ιδιου, «Χριστούγεννα – Θεοφάνεια», ἐν Λειτουργικά Θέματα Δ΄, Θεσ/νίκη 1979, σσ. 9-21.
[12]. Νικολαου Καβασιλα, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, PG 150, 392D. Βλ. καί Π. Ι. Σκαλτση, «Ἡ θεία Λειτουργία: Συγκεφαλαίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας», ἐνἹστορία, Θεολογία καί γλώσσα τῆς θείας Λειτουργίας, Εἰσηγήσεις τοῦ Ἐτησίου Θεολογικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἡλείας 2011, Πύργος 2011, σσ. 39-72.
[13]. Γρηγοριου Θεολογου, Εἰς τά Θεοφάνεια, Λόγος ΛΗ΄, PG 36, 316B. Βλ. καί Π. Ι. Σκαλτση, «Θεολογική προσέγγιση τῆς χριστιανικῆς γιορτῆς», ἐν Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 200.

Εόρτιες ευχές.

Εόρτιες ευχές.


gennisi1 

«Ὅπου Θεός δέ βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις»

Η εορτή των Χριστουγέννων, μας θυμίζει τις ιδιαίτερες συνθήκες και δυσκολίες μέσα στις οποίες βάδισε από βρέφος ο Ιησούς Χριστός.
Αλλά, κυρίως, ότι Αυτός είναι ο Λόγος ο Οποίος «ἐσαρκώθη… καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Κι εμείς συχνά αντιμετωπίζουμε ανυπέρβλητες αντιξοότητες.
Η πτωχεία, η άκρα ταπείνωσις και η κένωσις Εκείνου είθε να μας διδάξει συνετίσει και φωτίσει, όλους, Κληρικούς, Μοναχούς και λαικούς, μέσα σον κυκεώνα της ηθικοπνευματικής, αλλά και μεγάλης οικονομικής κρίσεως, στο να γνωρίσουμε και να επιτελέσουμε το «αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον θέλημα» του Κυρίου μας.
Να ταπεινωθούμε αληθινά, να πτωχεύσουμε ως προς την κακία, την ευτέλεια και την αμαρτία∙ «ίνα τη Εκείνου πτωχεία πλουτήσωμεν».
Να αξιωθούμε της Θείας χάριτος και ευλογίας του σαρκί νηπιάσαντος Κυρίου και Θεού ημών «νηπιάζοντες τη κακία, ταίς δε φρεσί τέλειοι γινόμενοι».
Ας μην τα χάνουμε. Η πίστη στον Χριστό χαρίζει την πεποίθηση ότι δεν είμαστε μόνοι σε ένα έναν κόσμο σκληρό. Ο ένσαρκος Λόγος του Θεού παραμένει αδιάκοπα μαζί μας.
Αυτός δίνει νόημα, φως και δύναμη σε κάθε φάση της ζωής μας. Αυτός ανοίγει περάσματα σε δύσβατους τόπους Προσφέρει τη δυνατότητα υπερβάσεως του ανθρωπίνως αδυνάτου.
Με τη βεβαιότητα ότι «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18:27) ,ας εορτάσουμε τα Χριστούγεννα, αντλώντας έμπνευση, αντοχή και ελπίδα στις μικρές ή μεγάλες δοκιμασίες, στα προσωπικά και κοινωνικά μας προβλήματα.

Ευλογημένα Χριστούγεννα, ειρηνοφόρος ο νέος χρόνος.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα

π.Δημήτριος Αθανασίου.

Τα Χριστούγεννα ως αφορμή για πνευματικό προβληματισμό

Τα Χριστούγεννα ως αφορμή για πνευματικό προβληματισμό


images

Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ

Κα τεκεν τν υἱὸν ατς τν πρωτότοκον, κα σπαργάνωσεν ατόν, κα νέκλινεν ατν ν τ φάτν
διότι οκ ν ατος τόπος ν τ καταλύματι. (Λουκ. β,7)

Κανένα πανδοχείο και κανένας συγγενής δεν φιλοτιμήθηκε  να προσφέρει στον Νεογέννητο Χριστό τόπο για φιλοξενία.
Στην μικρή Βηθλεέμ, για όλους τους ανθρώπους υπήρχε χώρος. Για τον Πλάστη όμως και Σωτήρα, ούτε μια μικρή γωνιά δεν βρέθηκε, παρεκτός από το σπήλαιο και την φάτνη!
Σήμερα, στο δικό μας κατάλυμα, δηλαδή, στην Πατρίδα μας, στο χωριό μας, στις οικογένειές μας, στις καρδιές μας, υπάρχει άραγε διαθέσιμος τόπος για τον Ενανθρωπήσαντα Χριστό;
(1). Και πρώτα-πρώτα ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας.
Εμείς, οι βαφτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, έχουμε άραγε τόπο για τον Κύριό μας στο κατάλυμα της καρδιάς μας;
Καθαριζόμαστε από τα πάθη, ώστε να γίνει η καρδιά μας φάτνη άνετη και ζεστή για τον Χριστό, που γεννιέται;
(2) Ευρίσκει ο Χριστός τόπο στο κατάλυμα του δικού μας σπιτιού;
Έχει θέση ο Χριστός στην οικογενειακή μας ζωή;
(3). Ευρίσκει ο Χριστός κατάλυμα μέσα στον χώρο της Εκκλησίας;
Ευρίσκει τόπο να σταθεί στους διαθρησκειακούς διαλόγους και στις σχέσεις μας με τους παπικούς και τους προτεστάντες;
(4). Ευρίσκει  σήμερα ο Χριστός κατάλυμα στο πνευματικό πανδοχείο του Γένους μας, που είναι το σχολείο το Ελληνικό;
Ποια είναι η θέση του Χριστού στην αγωγή και την εκπαίδευση της νεότητας;
(5). Ευρίσκει ο Χριστός κατάλυμα στο μεγάλο ’’φροντιστήριο’’ της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, που είναι η τηλεόραση;
Έχει τόπο ο Χριστός να αναπαυθεί στα τηλεοπτικά προγράμματα και ιδιαίτερα στα προγράμματα ψυχαγωγίας των παιδιών;
(6). Ευρίσκει ο Χριστός κατάλυμα στις ολόφωτες πλατείες των ημερών των Χριστουγέννων με τους κλόουν, με τα ξωτικά και με τους μάγους;
(7). Ευρίσκει ο Χριστός κατάλυμα στην Βουλή των Ελλήνων;
Υπάρχει τόπος για τον Σαρκωθέντα Λόγο μέσα στις καρδιές των πολιτικών μας ανδρών, στις αποφάσεις τους και στους νόμους, που ψηφίζουν;

Εάν αποπειραθούμε με στοιχειώδη ειλικρίνεια, να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα, τότε θα καταλήξουμε στην θλιβερή διαπίστωση, ότι και σήμερα στην πολύπαθη Πατρίδα μας παραμονές Χριστουγέννων, συνεχίζουμε  κατά τα φαινόμενα και μιλάμε την γλώσσα της Βηθλεέμ:
Δεν έχουμε χώρο για Σένα, Χριστέ, στην οικογένεια.
Δεν μπορούμε να Σε φιλοξενήσουμε στην κοινωνική μας ζωή.
Δεν έχουμε για Σένα κατάλυμα στους νόμους μας και στα βουλευτήριά μας.
Δεν έχουμε τόπο για Σένα μέσα στα σχολεία μας.
Σε θέλουμε έξω από την προσωπική μας ζωή.
Δεν μπορείς να μείνεις μαζί μας.

Πρ’ όλα αυτά οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι, όπως πάντοτε, υπάρχει και σήμερα η μικρή μαγιά, που λαβώθηκε μεν, αλλά δεν πειράχτηκε θανάσιμα από τα μικρόβια του μισόκαλου, δηλαδή τα πάθη, τον ευδαιμονισμό, την φιλαυτία, την εκκοσμίκευση και τον οικουμενισμό.
Αυτή η μαγιά, με την χάρη του Θεού, δίνει στις ημέρες μας τις πρώτες μαρτυρίες, ότι ο Λαός μας, ’’καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου’’ επί έτη πολλά, αρχίζει τώρα και βλέπει ’’φώς μέγα’’. Αρχίζει και δείχνει την απογοήτευσή του από τις φαύλες επιλογές του παρελθόντος και στρέφει σιγά-σιγά τις ελπίδες του προς τον Ενανθρωπήσαντα Χριστό.

Όσο για τους συνανθρώπους μας εκείνους, που φέρονται τάχα αδιάφορα ή ακόμα και εχθρικά απέναντι στο γεγονός της Βηθλεέμ, φαίνεται πως τώρα αρχίζουν κι αυτοί –κάτω από τις απειλές του πορτοφολιού- να προβληματίζονται και να συσπειρώνονται γύρω από αξίες πατροπαράδοτες,  που λησμονήθηκαν: την αλληλεγγύη, το φιλότιμο, την συμπόνια, την ανθρωπιά.   
Άλλωστε -όπως έγραψε κάποιος- τώρα που μας τέλειωσαν τα λεφτά, τι μας μένει εκτός από τον Χριστό, για να ακουμπήσουμε επάνω του;

Ο πολυαγαπημένος μας  Παΐσιος , σε κάποια από τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, είπε:
’’Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον.
Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού. Εύχομαι η καρδιά σας να γίνει Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώσει όλες τις ευλογίες Του’’.

Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα σε όλους μας.

Δυσκολοερμήνευτοι Χριστουγεννιάτικοι ύμνοι