Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε 
 
Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom 
«Ζωντανή προσευχή»,
 εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

(Όσιος Γέρων Πορφύριος)

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!(Όσιος Γέρων Πορφύριος) 
 
Με τη λατρεία του Θεού ζεις στον Παράδεισο. Άμα γνωρίσεις και αγαπήσεις τον Χριστό, ζεις στον Παράδεισο.
 
Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος. Ο Παράδεισος αρχίζει από δω. Η Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος ομοιότατος με τον εν ουρανοίς.
Ο Παράδεισος που είναι στον ουρανό ο ίδιος είναι κι εδώ στη γη. Εκεί όλες οι ψυχές είναι ένα, όπως η Αγία Τριάδα είναι τρία πρόσωπα, αλλά είναι ενωμένα κι αποτελούν ένα.
Κύριο μέλημά μας είναι να αφομοιωθούμε στον Χριστό, να ενωθούμε με την Εκκλησία. Αν μπούμε στην αγάπη του Θεού, μπαίνομε στην Εκκλησία. Αν δεν μπούμε στην Εκκλησία, αν δεν γίνομε ένα με την εδώ, την επίγεια Εκκλησία, υπάρχει φόβος να χάσομε και την επουράνια. Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένος μες στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Στην Εκκλησία γίνεται η θεία συνουσία, γινόμαστε ένθεοι. Όταν είμαστε με τον Χριστό, είμαστε μέσα στο φως· κι όταν ζούμε μέσα στο φως, εκεί δεν υπάρχει σκότος. Το φως όμως δεν είναι παντοτινό· εξαρτάται από μας. Συμβαίνει όπως με το σίδηρο, που έξω απ’ τη φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος και φως δεν συμβιβάζονται. Ποτέ δεν μπορεί να έχομε σκοτάδι και φως συγχρόνως. Ή φως ή σκότος. Όταν ανάψεις το φως, πάει το σκότος. }205}
Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνομε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούομε στον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός θέλει να γίνομε μία ποίμνη μ’ έναν ποιμένα.
Να πονάμε την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ. Να μη δεχόμασθε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της. … Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύομε, ούτε να το σκεπτόμαστε, ούτε να το μεταφέρομε. Το ίδιο ισχύει και τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία.
Να προσέχομε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά }206} βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία. Να σας πω για μια επίσκεψη του Θεού σ’ εμένανε τον ταπεινό, για να δείτε την χάρι των μυστηρίων.
Έτσι όπως πονούσα, μου σταυρώσανε το σπυράκι με ευχέλαιο κι αμέσως έσβησε ο πόνος.
Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους.
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος ομιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μετεποιείτο εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιον Πνεύμα τους έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαύματα γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θ’ ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα.
Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει, «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος …», δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε. Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε. Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους –με την καλή έννοια – τους ενθουσίαζε.
Η «κλάσις του άρτου» ήταν η Θεία Κοινωνία. Και συνεχώς αυξάνονταν οι σωζόμενοι, εφόσον έβλεπαν όλους τους χριστιανούς να είναι «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον Θεόν». … Αυτό είναι ενθουσιασμός κι αυτό πάλι τρέλα. Εγώ όταν το ζω αυτό, το αισθάνομαι και κλαίω. Πηγαίνω στο γεγονός, ζω το γεγονός, το αισθάνομαι κι ενθουσιάζομαι και κλαίω. Αυτό είναι θεία χάρις. Αυτό είναι και η αγάπη προς τον Χριστό.
Αυτό που ζούσαν οι απόστολοι μεταξύ τους κι αισθανόντουσαν όλη αυτή τη χαρά, στη συνέχεια έγινε με όλους κάτω από το υπερώον. Δηλαδή αγαπιόντουσαν, χαιρόταν ο ένας τον άλλον, ο ένας με τον άλλον είχαν ενωθεί. Ακτινοβολεί αυτό το βίωμα και το ζούνε κι άλλοι.
Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν έν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.
Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.
 
 

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!
Ω αγνότητα, που σιχαίνεσαι την τρυφή και τη σπατάλη και την περιποίηση του σώματος και τον καλλωπισμό των ενδυμάτων!
Ω αγνότητα, που μισείς τα πολυτελή φαγητά και απομακρύνεις τη μέθη! Ω αγνότητα, που είσαι χαλινάρι των οφθαλμών και μεταφέρεις όλο το σώμα από το σκοτάδι στο φως!
Ω αγνότητα, που σκληραγωγείς το σώμα και το μεταχειρίζεσαι σαν δούλο, και προσέχεις στα ουράνια!
Ω αγνότητα, μητέρα της αγάπης και πολίτευμα των αγγέλων!
Ω αγνότητα, που έχεις καθαρή την καρδιά και είσαι γλυκειά γλώσσα και χαρούμενο πρόσωπο!
Ω αγνότητα, που ύψωσες τον φιλόθεο Ιωσήφ (τον Πάγκαλο) στην ξένη χώρα, ώστε να αγοράζει ακόμη και εκείνους που τον αγόρασαν!
Ω αγνότητα, δώρο του Θεού, γεμάτη ωφέλεια και παιδαγωγία και γνώση!
Ω αγνότητα, ήσυχο λιμάνι, γεμάτο ειρήνη και ασφάλεια!
Ω αγνότητα, που κάνεις χαρούμενη την καρδιά εκείνου που σε έχει, και δίνεις φτερά στην ψυχή, για να πετάξει στα ουράνια!
Ω αγνότητα, που γεννάς την πνευματική χαρά και φονεύεις την λύπη!
Ω αγνότητα, που αποστρέφεσαι το κακό και προσηλώνεσαι στο καλό!
Ω αγνότητα, που ελαττώνεις τα πάθη και καλλιεργείς την απάθεια!
Ω αγνότητα, που φωτίζεις τους δικαίους και βυθίζεις στο σκοτάδι τον Διάβολο, και τρέχεις προς το βραβείο της ουρανίου κλήσεως, που μας έκανε ο Χριστός!
Ω αγνότητα, που διώχνεις μακριά την ακηδία και προξενείς την υπομονή! Ω αγνότητα, φορτίο ελαφρό, που δεν καταποντίζεται από τα κύματα, και αιώνιος πλούτος κρυμμένος στην ψυχή του φιλόχριστου ανθρώπου, που θα τον βρει στον καιρό της ανάγκης όποιος τον έχει αποκτήσει!
Ω αγνότητα, ωραίο κτήμα, που δεν το καταστρέφουν τα θηρία και δεν το κατακαίει η φωτιά!
Ω αγνότητα, που κρατάς στα χέρια σου πλούτο, για τον οποίο κανείς δεν μετανιώνει, και που διώχνεις μακριά την αμέλεια!
Ω αγνότητα, που είσαι πνευματικό άρμα και ανεβάζεις στα ύψη εκείνον που σε έχει!
Ω αγνότητα, που κατοικείς στις ψυχές των πράων και ταπεινών και τους κάνεις ανθρώπους του Θεού!
Ω αγνότητα, που ανθίζεις σαν ρόδο ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, και γεμίζεις όλο τον οίκο με ευωδία!
Ω αγνότητα, που είσαι πρόδρομος και σύνοικος του Αγίου Πνεύματος!
Ω αγνότητα, που εξιλεώνεις το Θεό και απολαμβάνεις την πραγματοποίηση των υποσχέσεών του, και για αυτό σε ευγνωμονούν όλοι οι άνθρωποι!
Αυτήν αγάπησαν οι Αγιοι. Αυτήν αγάπησε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής· και επειδή την αγάπησε, αξιώθηκε να γείρει στο στήθος του ενδόξου Κυρίου.
Ω αγνότητα, που δεν απέκτησες βραβεία μόνο με αυτούς που έμειναν για πάντα παρθένοι, αλλά και με τους έγγαμους! 
Αυτήν λοιπόν ας αγαπήσουμε και εμείς με όλη μας την καρδιά, ευλογημένοι δούλοι του Σωτήρα, για να κάνουμε να χαρεί το Πνεύμα του Θεού, που κατοικεί μέσα μας.
Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες. Αμήν

(Οσίου Εφραίμ του Σύρου Έργα,τόμος Γ' σελ.170-172 εκδοση «Το περιβόλι της Παναγίας»)

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).
«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.
Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·
παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.
Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.
Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)

«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.
Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.
Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·
μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» 

(Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). 
 
"Και Εκκλησία λέγω όχι μόνο τον τόπο, αλλά και τον τρόπο, όχι μόνο τους τοίχους της Εκκλησίας, αλλά τους νόμους της Εκκλησίας. Όταν καταφεύγεις στην εκκλησία μην καταφεύγεις στον τόπο, αλλά στη γνώμη. Γιατί εκκλησία δεν είναι τοίχος και στέγη, αλλά πίστη και τρόπος ζωής….      
Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία. Μη μου λέγεις τα τείχη και τα όπλα, γιατί τα τείχη με το χρόνο παλαιώνουν, ενώ η Εκκλησία ποτέ δε γερνά. Τα τείχη οι βάρβαροι τα γκρεμίζουν, την Εκκλησία όμως ούτε οι δαίμονες τη νικούν. Και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι μεγάλη καύχηση το μαρτυρούν τα πράγματα.
Πόσοι πολέμησαν την Εκκλησία και αυτοί που την πολέμησαν χάθηκαν; Αυτή όμως ανέβηκε πάνω από τους ουρανούς. Τέτοιο μεγαλείο έχει η Εκκλησία.
Όταν την πολεμούν, νικάει˙ όταν την επιβουλεύονται, θριαμβεύει˙ όταν τη βρίζουν, γίνεται λαμπρότερη˙ δέχεται τραύματα και δεν πέφτει από τις πληγές˙ κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται˙ δοκιμάζεται από τρικυμίες, αλλά δεν παθαίνει ναυάγιο˙ παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται….
Μην απομακρύνεσαι από την εκκλησία, γιατί τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από την Εκκλησία. Η ελπίδα σου είναι η Εκκλησία, η σωτηρία σου η Εκκλησία, το καταφύγιό σου η Εκκλησία.
Είναι πιο ψηλή από τον ουρανό, είναι πιο πλατιά από τη γη. Ποτέ δε γερνά και πάντοτε είναι νέα.
Γι’ αυτό η Γραφή, για να δηλώσει τη στερρεότητα και τη σταθερότητά της, την ονομάζει όρος˙ για να δηλώσει την αφθαρσία της, την ονομάζει παρθένο˙ για να δηλώσει τη συγγένειά της προς το Θεό, την ονομάζει θυγατέρα˙ για να δηλώσει τη μεγάλη γονιμότητά της, την ονομάζει στείρα που γεννάει επτά˙ για να παραστήσει την ευγένεια της, χρησιμοποιεί χίλια ονόματα….
Γιατί, όπως ο Κύριος της έχει πολλά ονόματα˙ και πατέρας ονομάζεται, και οδός ονομάζεται, και ζωή ονομάζεται, και φως ονομάζεται και βραχίονας ονομάζεται, και εξιλέωση ονομάζεται, και θεμέλιο ονομάζεται, και θύρα ονομάζεται, και αναμάρτητος ονομάζεται, και θησαυρός ονομάζεται, και Κύριος ονομάζεται και Θεός ονομάζεται, και Υιός ονομάζεται, και μονογενής ονομάζεται, και μορφή Θεού και εικόνα Θεού ονομάζεται. Μήπως αρκεί ένα όνομα να παραστήσει το όλον;  Καθόλου. Αλλά γι’ αυτόν υπάρχουν άπειρα ονόματα, για να μάθουμε κάτι για το Θεό, έστω και μικρό. Έτσι ακριβώς και η Εκκλησία έχει πολλά ονόματα".

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ευτρόπιον, ομιλ. Β, αποσπάσματα, Άπαντα τα έργα, Τόμος 33, Ομιλίες, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη, 1985).

Η Αληθινή Εκκλησία.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία!

(π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ 1893-1979).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία!(π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ 1893-1979). 
 
Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.
Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.
Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.
Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.
Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.
Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.
Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. πατέρας `Ελισσαίος )
(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ)

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ) 
 
Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.
Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.
Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.
Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.
 
(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ


  1. ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
                    Κάποια μέρα που πήγα να επισκεφτώ τον άγιο Νήφων, τον βρήκα να κάθεται στο κελί του και να διαβάζει. Μόλις με είδε, χάρηκε πολύ. Με χαιρέτησε με ιδιαίτερη αγάπη, κι έσκυψε πάλι στο βιβλίο του. Εγώ τον εμπόδισα από το διάβασμα και άρχισα να τον ρωτάω για την μετάνοια. Τότε μου αποκρίθηκε:
    -Πίστεψέ με, αδελφέ μου, ότι ο αγαθός Θεός δεν θα κρίνει τον χριστιανό επειδή αμάρτησε…
    Παραξενεύτηκα πολύ μ΄ αυτά τα λόγια και τον ρώτησα με σεβασμό:


    -Τότε λοιπόν καθώς λες, οι αμαρτωλοί δεν θα κριθούν; Πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει Κρίση;
    -Υπάρχει και παραϋπάρχει…, μου απάντησε.
    -Τότε ποιος θα κριθεί;
    -Άκου, παιδί μου, να στα πω πιο καθαρά:
    Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό, επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί. Γιατί το να αμαρτάνει κανείς και να μετανοεί είναι ανθρώπινο, ενώ το να μη μετανοεί είναι γνώρισμα του διαβόλου και των δαιμόνων του. Επειδή δεν ζούμε συνεχώς στη μετάνοια γι΄ αυτό θα κριθούμε.


    Μου διηγήθηκε τότε με πολλή σοφία ένα αξιοθαύμαστο γεγονός, που όταν το ακούει κανείς μένει κατάπληκτος από την άφατη φιλανθρωπία του Κυρίου:
    Τότε που τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά η χάρη του Θεού και τον οδήγησε στη μετάνοια, του συνέβη κάτι παρόμοιο μ΄ αυτό που συνέβη στον άσωτο της παραβολής:

    Ήταν σε μια περιοχή που λέγεται του Αρίσταρχου και συλλογιζόταν τις αμαρτίες του. Ξαφνικά τον κέντησε μέσα του η χάρη του Παράκλητου, και είπε στον εαυτό του:


    -Ας πάμε, αμαρτωλέ Νήφων, στην εκκλησία να εξομολογηθούμε στο Θεό τις αμαρτίες μας. Δεν ξέρεις αν θα ζεις αύριο. Τρέξε λοιπόν! Κάθεται εκεί και μας καρτερεί ο Πατέρας των οικτιρμών, ο πολυεύσπλαχνος Θεός. Αυτός που προσδοκά τη μετάνοιά μας, των αθλίων και ρυπαρών.
    Με αυτές τις σκέψεις τρέχοντας σχεδόν έφτασε στον ναό του Θεού. Ύψωσε τα χέρια του προς την ανατολή κι άφησε ένα βαθύ στεναγμό να βγει απ΄ την καρδιά του:

    Δέξου, πατέρα τον νεκρό που έχασε τη ψυχή του.
    Δέξου το καταγώγιο των αμαρτιών.
    Δέξου τον βλάσφημο, τον πονηρό, τον αδιάντροπο, τον αισχρό,
    τον μολυσμένο στη ψυχή και το σώμα….
    Ελέησέ με, και μην αποστρέψεις το αγαθό σου πρόσωπο από μένα.


    Μην πεις, Κύριε, δεν σε γνωρίζω! Μην πεις: Που ήσουνα έως τώρα…
    Λυπήσου με και σώσε με. Γιατί ξέρω, Φιλάνθρωπε, ότι δεν θέλεις τον θάνατο του αμαρτωλού..

    Είπε τα λόγια αυτά κι άλλα ακόμη με την ψυχή κατάπικρη… Και ξαφνικά, κάποιος ήχος ήρθε από τον ουρανό, κι ένα φοβερό ακτινωτό φως έλαμψε. Το φως αυτό είχε δύο βραχίονες-μια αγκαλιά, που κατέβηκε απ΄ το ύψος του ουρανού και τυλίχθηκε στον τράχηλο του οσίου λέγοντας:
    -Καλώς όρισε το παιδί μου, το χαμένο μου! Τώρα ξαναζωντάνεψες, παιδάκι μου. Φωτίσθηκαν τα μάτια σου, ξανάνθισε η νιότη σου κι από τώρα θα με δοξάζεις με τα έργα σου!…
    Και λέγοντας αυτά χάθηκε στον ουρανό, ενώ ο άγιος Νήφων από την μέθη της οπτασίας έπεσε σ΄ έκσταση. Όταν σε λίγο συνήλθε, αναφώνησε:
    -Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι!

    Τόλεγε και το ξανάλεγε ακατάπαυστα, γιατί η καρδιά του είχε ξεχειλίσει από μια θεϊκή ευωδία και το στόμα του ήταν γεμάτο μέλι πνευματικό. Ώρα πολλή προσευχόταν μετά από κείνο το ανέκφραστο όραμα. Κι έπειτα γύρισε στο κελί του, πάντα μέσα στην ίδια έκσταση και το θάμπος του θεϊκού ασπασμού.


    Από τότε, καθώς έλεγε, βάδιζε τον δρόμο της ζωής του ανάλαφρος, υπηρετώντας τον Κύριο.
    Το πρωτάκουστο αυτό θαύμα το άκουσα απ΄ το ίδιο το στόμα του οσίου. Τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα με δάκρυα, όταν με δέος, αλλά και μια μυστική χαρά, μου το διηγήθηκε. Γιατί πάντα τον παρακαλούσα επίμονα και τον ανάγκαζα να μου διηγείται ότι του συνέβαινε. Κι επειδή με αγαπούσε πολύ, δεν μου έκρυβε ποτέ τίποτε. Έτσι κύλησε λοιπόν η μέρα που ο πολυεύσπλαχνος Κύριος τον ασπάσθηκε, ενώ προσευχόταν.




     

Εξομολόγηση - Συζήτηση

 

Εξομολόγηση - Συζήτηση

Βασικό στοιχείο της πνευματικής ζωής κάθε Χριστιανού είναι το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης και η επικοινωνία μας με τον πνευματικό μας πατέρα. Στο Μυστήριο της Εξομολόγησης η ψυχή μας καθαρίζει, ξεπλένεται, φωτίζεται, δυναμώνει και γεμίζει με τη Θεία Χάρη. Σε αυτό το Μυστήριο θεραπευόμαστε από τον Μέγα Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας, το Χριστό μας. Ξαλαφρώνουμε από το βάρος των αμαρτιών και των ενοχών. Επουλώνονται όλες μας οι πληγές και ξαναγεννιόμαστε πνευματικά.
Χρήσιμη όμως και αναγκαία είναι και η επικοινωνία με τον πνευματικό μας και άλλες ώρες εκτός των πλαισίων του Μυστηρίου. Μπορούμε να κάτσουμε μαζί, να συζητήσουμε, να ρωτήσουμε για διάφορα θέματα που μας απασχολούν κλπ.

 



Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση
Ἱερὰ Μονὴ Σαγματᾶ 2008

Μετάνοια-Ἐξομολόγηση
 
Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό, μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.


Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της
 
Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.
Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».


Ἡ μετάνοια
 
Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.


Ἡ ἐξομολόγηση
 
Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.


Προετοιμασία
 
Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.
Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.


Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.
Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:


α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό
  • Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.
  • Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.
  • Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας. 
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.
  • Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.
  • Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.
  • Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.

β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον
  • Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.
  • Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.
  • Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος. 
  • Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.
  • Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.
  • Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. 
  • Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.
  • Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.
  • Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.

Στὴν οἰκογένεια:
  • Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.
  • Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά. 
  • Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.
  • Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.
  • Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους. 
  • Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.
  • Μοιχεία.

Στὸ ἐπάγγελμα:
  • Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἡ στὸ ἐμπόρευμα.
  • Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.
  • Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.
  • Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων. 
  • Προσωποληψία.

γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.
  • Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.
  • Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.
  • Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός. 
  • Ὑποκρισία. 
  • Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.
  • Θυμός, ὀργή.
  • Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία. 
  • Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας. 
  • Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
  • Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.
  • Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.
  • Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα. 
  • Ἔκτρωση.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις
 
Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα...» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα...» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.


Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ
 
Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:
α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.
β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.
γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.
ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).
γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.


Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση
 
Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.
Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.


Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος
 
Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.
Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.
Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου»


ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ

Η Ανάληψις του Κυρίου


Η Ένδοξος Ανάληψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Η εικόνα της Αναλήψεως του Χριστού είναι μεγαλοπρεπής. Οι Μαθηταί εξεπλάγησαν, και με απερίγραπτον χαράν και θαυμασμόν παρακολουθούσαν την Ανάληψιν του Χριστού εις τους ουρανούς. Οι Μαθηταί δεν είδαν την αρχήν της Αναστάσεως, αφού κανείς δεν είδε το Χριστό την ώρα που εξήρχετο από το μνημείον. Μετά όμως από την Ανάστασίν Του, ο Κύριος εμφανίσθηκε πολλές φορές εις αυτούς. Την Ανάληψιν όμως του Κυρίου οι Μαθηταί την είδον από τη αρχήν.

Οι Μαθηταί ατενίζουν προς τον ουρανόν και βλέπουν αναλαμβανόμενον τον αγαπητόν τους Διδάσκαλον. Και ενώ αποχωρίζεται από αυτούς ο Κύριος, εις το κέντρον της Συνάξεως των Αποστόλων ευρίσκεται η Παναγία, η Μητέρα του Χριστού1. Η Παναγία είναι το πιο αγαπητόν πρόσωπον εις τον Χριστόν και εις τους Χριστιανούς. Ποτέ δεν διεκδίκησε καμμίαν θέσιν μέσα εις  την Εκκλησίαν. Είναι όμως το κέντρον της θείας λατρείας και ο πιο πολύτιμος θυσαυρός που έχει η Εκκλησία μας.

Πάντα ο Κύριος προετοίμαζε τους Μαθητές Του ότι θα φύγη από τον κόσμον αυτόν. Και όταν επλησίαζε η ώρα της Σταυρικής Του θυσίας, έλεγε προς αυτούς ότι ήρθε η ώρα όπου θα «υπάγω προς τον πέμψαντά με»2.

Ο χωρισμός όμως αυτός είναι πρόσκαιρος και σας συμφέρει να απέλθω. «Συμφέρει υμίν ινά εγώ απέλθω, εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς∙ εάν δε προρευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς»3.

Ο Αναστάντας Κύριος έκαμε την τελευταίαν εμφάνισιν Του εις τους Μαθητάς, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς4. Η αιφνίδια όμως εμφάνισης του Κυρίου τους κατετάραξε. Και καταληφθέντες από φόβον, ενόμιζον ότι έβλεπαν ψυχήν αποθαμένου, που ήλθεν από τον Άδην, χωρίς να έχη σώμα. Και ο Κύριος είπεν προς αυτούς: «Διατί είσθε ταραγμένοι; Και διατί διαλογισμοί αμφιβολίας, περί του αν πράγματι είμαι ο αναστάς Διδάσκαλός Σας, γεννώνται εις τα διανοίας σας; Ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου ότι φέρουν τα σημάδια των καρφιών και βεβαιωθήτε ότι είμαι ο Σταυρωθείς Διδάσκαλός Σας. Ψηλαφήσατε με διά των χειρών σας και βεβαιωθήτε ότι είναι ο Σταυρωθής Διδδάσκαλός Σας. Ψηλαφήσατε με διά των χειρών σας και βεβαιωθήτε, ότι δεν είμαι άσαρκον πνεύμα. Διότι η ψυχή και το φάντασμα του πεθαμένου δεν έχει σώμα και οστά, καθώς βλέπετε και πείθεσθε ότι εγώ έχω. Και αφού είπε τούτο, έδειξε εις αυτούς τα χείρας και τους πόδας»5.

Και επειδή οι Μαθηταί ακόμη απιστούσαν από την  χαρά τους, νομίζοντες ότι έβλεπον όνειρον, και εθαύμαζον δια τα πρωτοφανή αυτά και ανέλπιστα, τους είπεν ο Κύριος. «Έχετε εδώ τίποτε φαγώσιμον διά να φάγω και δια να πεισθήτε έτσι ακόμη περισσότερων ότι δεν είμαι πνεύμα; Και οι Μαθηταί του έδωκαν ένα τεμάχιον από ψάρι ψημένον και ολίγην κηρήθραν μέλι. Και αφού τα επήρε, έφαγεν εμπρός εις τους Μαθητάς»6, όχι διότι είχε ανάγκην συντηρήσεως το σώμα Του, αλλ' έπραξε αυτό δια να βεβαιώση αυτούς ότι όντως ανέστη.

 Και μετά από αυτό δίδει προς τους Αποστόλους τας τελευταίας αποχαιρετιστηρίους οδηγίας: «Σας έλεγα ότι, σύμφωνα προς το προκαθωρισμένον σχέδιον του Θεού, πρέπει να πληρωθούν και να πραγματοποιηθούν όλα, όσα έχουν γραφή περί εμού εις τον νόμον του Μωυσέως, και εις τους Προφήτας και τους Ψαλμούς»7. «Τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τα γραφάς»8.

Και αφού ανέπτυξε εις αυτούς τας κυριωτέρας προφητείας, τους είπεν: «Έτσι έχει γραφή προφητικώς εις τα Γραφάς και έτσι έπρεπε, σύμφωνα με τα προφητείας αυτάς να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή την τρίτην ημέραν από του θανάτου Του. Σύμφωνα με όσα εδιδάχθητε και εμάθατε δια το όνομά μου, ως του μόνου Σωτήρος και λυτρωτού των ανθρώπων, να κηρυχθή μετάνοια και άφεσις αμαρτιών εις όλα τα Έθνη, να αρχίση δε το κήρυγμα τούτο από την Ιερουσαλήμ. Σεις δε είσθε μάρτυρες όλων αυτών, δηλαδή του κηρύγματός μου, του βίου μου, του Πάθους μου και της Αναστάσεως μου»9.

Εις τους Αποστόλους παρουσίασε τον εαυτόν Του ζωντανόν, μετά την Σταυρική Του θυσία. Και δια πολλών αποδείξεων τους εβεβαίωσεν ότι πράγματι ήταν ζωντανός.

Παρουσιάζετο δε κατά διαλλείματα επί τεσσαράκοντα ημέρες κατά της οποίας ενεφανίζετο εις αυτούς και ωμίλει περί των αληθειών και μυστηρίων των αναφερομένων εις την βασιλείας του Θεού. Και ενώ έτρωγε μαζύ τους την αυτήν με εκείνους τροφήν, τους έδωκε την παραγγελίαν να μην απομακρύνωνται από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την πραγματοποίησιν της υποσχέσεως περί του Αγίου Πνεύματος. «Ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ' υμάς... υμείς δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ εώς ου ενδύσησθε δύναμιν εξ' ύψους»10.

Και πάλιν: «λήψεσθε δύναμιν επελθόντες του Αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και εσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης»11.

Όταν δε ετελείωσε τας διδασκαλίας Του,  τους έβγαλε έξω από τα Ιεροσόλυμα, έως που επλησίασαν προς την Βηθανίαν. Και αφού ύψωσε τα χείρας Του τους ηυλόγησε. Και συνέβη, ενώ αυτός τους ηυλογεί, εχωρίσθη και απεμακρύνθη από αυτούς και εφέρετο προς τα επάνω, προς τον ουρανόν12. «Και ταύτα ειπών βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών, και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού...»13.

Κατά τον Μέγαν Αθανάσιον, οι Μαθηταί δεν έβλεπον απλώς τον ανερχόμενον εις τον ουρανόν Κύριον αλλά ήσαν διαρκώς ατενίζοντες. Εστήριζον προσεκτικόν βλέμμα προς τον ουρανόν και απορούσαν από το παράξενον θέαμα14.

Και ενώ είχαν καρφωμένα τα βλέμματα τους εις τον ουρανόν, τότε ακριβώς, που ανέβαινεν εκεί ο Κύριος, ιδού δύο Άγγελοι, που εμφανίσθησαν ως άνδρες, εστάθησαν κοντά τους με φορέματα λευκά15.

Και είπαν οι Άγγελοι προς αυτούς: «Άνδρες Γαλιλαίοι, διατί στέκεσθε και παρατηρείτε με βλέμμα ακίνητον εις τον ουρανόν; Ο Ιησούς σας, αυτός, ο οποίος ανελήφθη από σας εις τον ουρανόν, θα έλθη κατά τον ίδιο τρόπον, με το σώμα Του, δηλαδή, και καθήμενος επάνω εις σύννεφον, όπως και τώρα γεμάτοι θαυμασμόν και κατάπληξιν είδατε να πηγαίνη εις τον ουρανόν»16.

Ο λόγος αυτός των Αγγέλων αναφέρεται εις την Δευτέραν και ένδοξον Παρουσίαν του Χριστού. Ο Ίδιος ο Χριστός, αναφερόμενος εις το θέμα αυτό, είπε: «και όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής και αποστελλεί τους αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος φωνής μεγάλης και επισυνάξουσι τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων απ' άκρων ουρανών έως άκρων αυτών»17.

Οι Μαθηταί ήσαν ατενίζοντες εις τον ουρανόν από θαυμασμόν προς τον αναλαμβανόμενον Κύριον. Το θέαμα αυτό αποτελεί μία εικόνα αφθάστου μεγαλείου που κρύβει υψηλό πνευματικόν νόημα. Ποίον είναι αυτό.

Πάντα οι Μαθηταί του Χριστού, δηλαδή οι Χριστιανοί, πρέπει να έχωμεν τον οφθαλμόν της ψυχής μας, δηλαδή τον νουν, εστραμμένον προς τον ουρανόν. Εις την Θείαν Λειτουργίαν ακούομεν την λειτουργικήν προτροπήν  του Ιερέως «άνω σχώμεν τα καρδίας» καθώς και την προτροπήν του Αποστόλου Παύλου: «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει»18. και πάλιν «τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης»19.
Αυτή η ενατένισις και η ανύψωσις του νοός μας προς τον Κύριον έχει σχέσιν με την νοεράν ησυχίαν, κατά την οποίαν ο νους αποσπάται από τα γήινα και έλκεται από την μοναδική αγάπην του Κυρίου. Αυτό γίνεται με την επιστροφήν του νοός εις την καρδίαν. Επιστρέφοντες ο νους εις την καρδίαν, αρχίζει να καθαίρεται και να φωτίζεται∙ «και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης»20.

 Από την υπερβολικήν χαράν εσκίρτησεν η καρδιά τους δια δύο αίτια∙ πρώτον, δια την ελπίδα ότι έχουν να λάβουν το Άγιον Πνεύμα. Τόσον χαροποιόν είναι το Πνεύμα το Άγιον, ώστε και η ελπίδα ότι θα το λάβη κανείς τον κάνει να σκιρτά και να αγάλλεται. Καθώς και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είς την κοιλίαν της μητρός του Ελισάβετ, παρακινούμενος από το Πνεύμα το Άγιον, εσκίρτησεν όταν η παρθένος Μαριάμ έφθασε εις τον οίκον τους. Αυτή η ελπίδα περί της χάριτος του Αγίου Πνεύματος πρέπει να μας συνοδεύη μέχρι την Πεντηκοστήν, αλλά και εις όλην την ζωήν μας.

Δεύτερον, εχάρησαν οι Απόστολοι, διότι ηξιώθησαν να γίνουν αυτόπται και αυτήκοοι τοιούτων υπερφυών Μυστηρίων. Αυτή η υπερβολική χαρά δια τα μεγάλας ευεργεσίας και δωρεάς όπου έλαβον είχε ως φυσικόν αποτέλεσμα την ευχαριστίαν και δοξολογίαν προς τον αναληφθέντα Διδάσκαλον των. Δια τούτο: «ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν»21. Ας περνά και η ιδική μας ζωή με μια συνεχή ευχαριστίαν και δοξολογίαν της Αγίας Τριάδος, εις την οποία πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

1. [Κύριε, το μυστήριον, το από των αιώνων κεκρυμμένον, και από γενεών, πληρώσας ως αγαθός, ήλθες μετά των Μαθητών σου εν τω όρει των Ελαιών, έχων την Τεκουσάν σε τον Ποιητήν και πάντων δημιουργόν∙ την γαρ εν τω Πάθει σου μητρικώς πάντων υπεραλγήσασαν, έδει και τη δόξη της σαρκός σου υπερβαλούσης απολαύσαι χαράς∙ ης και ημείς μετασχόντες, τη εις ουρανούς ανόδω σου, Δέσποτα, το μέγα σου έλεος, το εις ημάς γεγονός δοξάζομεν]. (Δοξαστικόν Λιτής της Εορτής).
2. Ιωαν. ιστ', 5.
3. Ιωαν. ιστ', 7.
4. Λουκ. κδ', 36-53
5. Λουκ. κδ', 36-40
6. Λουκ. κδ', 41-43.
7. Λουκ. κδ', 44.
8. Λουκ. κδ', 45.
9. Λουκ. κδ', 46-48.
10. Λουκ. κδ', 49.
11. Πραξ. α', 8.
12. [Κύριε, της οικονομίας πληρώσας το μυστήριον, παραλαβών τους σους Μαθητάς, εις το όρος των Ελιών ανελάμβανες∙ και ιδού, το στερέωμά του ουρανού παρήλθες. Ο δι' εμέ πτωχεύσας κατ' εμέ, και αναβάς, όθεν ουκ εχωρίσθης, το πανάγιον σου Πνεύμα εξαπόστειλον, φωτίζον τας ψυχάς ημών]. (Ιδιόμελον Εσπερίων της Εορτής).
13. Πραξ. α', 9-10.

14. [Ότε ανελήφθης εν δόξη Χριστέ ο Θεός, των Μαθητών ορώντων, αι νεφέλαι υπελάμβανον σε μετά σαρκός∙ πύλαι επήρθησαν αι ουράνιαι∙ ο χορός των Αγγέλων άχαιρεν εν αγαλλιάσει∙ αι ανώτεραιδυνάμεις έκραζον, λέγουσαι∙ Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης. Οι δε Μαθηταί, αλλα πέμψον ημίν το Πνεύμα του το πανάγιον, το οδηγούν και στηρίζων τας ψυχάς ημων].  (Ιδιόμελον της Λιτής της Εορτής).

15. [Οι Άγγελοι σου Κύριε, τοις Αποστόλοις έλεγον∙ Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε βλέποντες εις τον ουρανόν; Ουτός έστι Χριστός ο θεός, ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν∙ ούτως ελέυσεται πόλιν, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν, πορευόμενον εις ουρανόν∙ λατρεύσατε αυτώ εν οσιότητι και δικαιοσύνη]. (Ιδιόμελον της Λιτής της Εορτής).
16. Πραξ. α', 10-11.
17. Ματθ. κδ', 30-31.
18. Φιλιπ. γ', 20.
19. Κολ. γ', 2.
20. Λουκ. κδ', 52
21. Λουκ. κδ', 53
Απολυτίκιον της Αναλήψεως
Ήχος δ'.
Ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, χαροποιήσας τους Μαθητάς, τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αυτών δια της ευλογίας, ότι συ ει ο Υιός του Θεού, ο λυτρωτής του κόσμου.


Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'
Την υπέρ ημών πληρώσας οικονομίαν, και τα επί γης ενώσας τοις ουρανίοις, ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, ουδαμόθεν  χωριζόμενος, αλλά μένων αδιάστατος, και βοών τοις αγαπώσι σε∙ Εγώ είμι μεθ' υμών, και ουδείς καθ' υμών.


Μεγαλυνάριον
Άγγελοι την άνοδον του Δεσπότου, ορώντες εξεπλήττοντο∙ πως μετά δόξης επήρθη, από της γης εις τα άνω.

Ιερά Μονή Καρακάλλου Αγίου Όρους
Εκσόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΕΛΗΦΘΗ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ, ΙΝΑ ΠΕΜΨΗ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ



Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν. Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας·ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον.

Κύριε, τῇ σῇ, Ἀναλήψει, ἐξεπλάγησαν τὰ Θεόν, ἐπὶ Χερουβίμ, θεωρήσαντά σε τὸν νεφελῶν ἀνερχόμενον, τὸν ἐπ' αὐτῶν καθεζόμενον, καὶ δοξάζομέν σε, ὅτι χρηστόν τὸ ἔλεός σου, δόξα σοι.
Ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις, θεωροῦντές σου τὰς ὑψώσεις Χριστέ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός, ἀνυμνοῦμέν σου τὴν φωτοειδῆ τοῦ προσώπου μορφήν, προσκυνοῦμέν σου τὰ παθήματα, τιμῶμεν τὴν Ἀνάστασιν, τὴν ἔνδοξον Ἀνάληψιν δοξάζοντες, ἐλέησον ἡμᾶς. 

Κύριε, οἱ Ἀπόστολοι ὡς εἶδόν σε, ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον, ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον· Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, οὓς δι' οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαγχνος, ἀλλ' ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἡμῖν, τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κύριε, τῆς οἰκονομίας πληρώσας τὸ μυστήριον, παραλαβὼν τοὺς σοὺς Μαθητάς, εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ἀνελάμβανες, καὶ ἰδού, τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ παρῆλθες, ὁ δι' ἐμὲ πτωχεύσας κατ' ἐμέ, καὶ ἀναβάς· ὅθεν οὐκ ἐχωρίσθης, τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐξαπόστειλον, φωτίζον τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 

Τῶν κόλπων τῶν πατρικῶν μὴ χωρισθείς, γλυκύτατε Ἰησοῦ, καὶ τοῖς ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος, συναναστραφείς, σήμερον ἀπ' ὄρους τῶν Ἐλαιῶν ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, καὶ τὴν πεσοῦσαν φύσιν ἡμῶν συμπαθῶς ἀνυψώσας, τῷ Πατρὶ συνεκάθισας· ὅθεν αἱ οὐράνιαι τῶν ἀσωμάτων τάξεις, τὸ θαῦμα ἐκπληττόμεναι, ἐξίσταντο θάμβει, καὶ τρόμῳ συνεχόμεναι, τὴν σὴν φιλανθρωπίαν ἐμεγάλυνον. Μεθ' ὧν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐπὶ γῆς, τὴν πρὸς ἡμᾶς σου συγκατάβασιν, καὶ τὴν ἀφ' ἡμῶν Ἀνάληψιν δοξολογοῦντες, ἱκετεύομεν λέγοντες· ὁ τοὺς μαθητὰς καὶ τὴν τεκοῦσάν σε Θεοτόκον, χαρᾶς ἀπείρου πλήσας ἐν τῇ σῇ Ἀναλήψει, καὶ ἡμᾶς ἀξίωσον, τῶν ἐκλεκτῶν σου τῆς χαρᾶς, εὐχαῖς αὐτῶν, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Ἐτέχθης ὡς αὐτὸς ἠθέλησας, ἐφάνης, ὡς αὐτὸς ἠβουλήθης, ἔπαθες σαρκί, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκ νεκρῶν ἀνέστης, πατήσας τὸν θάνατον, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τὰ σύμπαντα πληρῶν, καὶ ἀπέστειλας ἡμῖν Πνεῦμα θεῖον, τοῦ ἀνυμνεῖν καὶ δοξάζειν σου τὴν Θεότητα.

Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως

Ἀναλαμβανομένου σου Χριστέ, ἐκ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, αἱ δυνάμεις ὁρῶσαι ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ ἐβόων· Τίς ἐστιν οὗτος; καὶ φησὶ πρὸς αὐτάς· Οὗτός ἐστιν ὁ κραταιός καὶ δυνάστης, οὗτός ἐστιν ὁ δυνατὸς ἐν πολέμῳ, οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης. Καὶ ἵνα τί αὐτοῦ ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια; Ἐκ Βοσὸρ ἥκει, ὅπερ ἐστί, τῆς σαρκός. Αὐτὸς δὲ ὡς Θεὸς ἐν δεξιᾷ καθίσας τῆς μεγαλωσύνης, ἀπέστειλας ἡμῖν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἵνα ὁδηγήσῃ, καὶ σώσῃ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος.

Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ἐκ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐνώπιον τῶν σῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκάθισας ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς ὁ τὰ σύμπαντα πληρῶν τῇ Θεότητι, καὶ ἀπέστειλας αὐτοῖς Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ φωτίζον, καὶ στηρίζον, καὶ ἁγιάζον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος, τοῦ ἀνυψῶσαι τὴν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον, τοῦ ἁγιάσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

Η ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως


Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως εἶναι τό ἐπισφράγισμα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί τό θριαμβευτικόν ἐπιστέγασμα τῶν ὅσων ἔπραξεν ὁ Κύριος ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως λέγει τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Τήν ὑπέρ ὑμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς ἐπουρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν καί οὐδείς καθ᾿ ὑμῶν». Ὁ Χριστός δηλαδή, πού εἶναι Θεός μας, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ, ὅταν συμφώνως πρός τό θεῖον σχέδιον συνεπλήρωσε καί ὡλοκλήρωσε τά ὅσα ὑπέρ ἡμῶν ἔπραξεν. Αὐτά ἥνωσαν τήν γῆν μέ τόν οὐρανόν, τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεόν. Ἡ Ἀνάληψις δέν ἐσήμαινε βεβαίως καί χωρισμόν τοῦ Κυρίου ἀπό τούς ἠγαπημένους Του Μαθητάς. Μέ αὐτούς ὁ Διδάσκαλος παρέμεινεν ἡνωμένος συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28, 20).
Τό ἔργον τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψίν Του εἰς τούς οὐρανούς συνέχισε καί συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή, μέ τήν δύναμιν πού τῆς ἔδωκεν ὁ Ἱδρυτής της, διδάσκει, θαυματουργεῖ, ἁγιάζει καί σώζει τούς πιστούς. Οἱ πιστοί εἶναι διά τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἡνωμένοι μέ τόν Ἀρχηγόν των.
Διά τήν Ἐκκλησίαν Του ὡμίλησεν ὁ Κύριος εἰς τούς Ἀποστόλους, ὅταν ἐνεφανίζετο εἰς αὐτούς ἐπί τεσσαράκοντα ἡμέρας μετά τήν Ἀνάστασίν Του. Ὑπεσχέθη εἰς αὐτούς τήν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρήγγειλε νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον εἰς ὅλην τήν κτίσιν, νά διαλαλήσουν τήν Ἀνάστασίν Του καί νά καλέσουν τούς ἀνθρώπους νά μετανοήσουν διά τά ἁμαρτωλά των ἔργα. Ἐκεῖνοι πού θά ἐπίστευον, θά ἐγίνοντο μέ τό Ἅγιον Βάπτισμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. «Καί ταῦτα εἰπών βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη (=ὑψώθη πρός τά ἐπάνω), καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο (δηλαδή ἄγγελοι) παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῇτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται (=θά ἔλθῃ κατά τόν ἴδιο τρόπον), ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος…» (Πράξ. 1, 9-12).
Ἡ Ἐκκλησία, διά τήν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ Κύριος πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψίν Του, ἀφ᾿ ἑνός καί ἡ σκηνή τῆς Ἀναλήψεως ἀφ᾿ ἑτέρου εἶναι τά δύο θέματα, πού παρουσιάζει ἡ εἰκών τῆς Ἀναλήψεως. Ἐπειδή εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν διατίθενται περισσότεροι στίχοι δι᾿ ὅσα ὁ Κύριος εἶπε περί τῆς Ἐκκλησίας καί ὀλιγώτεροι δι᾿ αὐτό τοῦτο τό γεγονός τῆς Ἀναλήψεως, ὁ βυζαντινός ἁγιογράφος, στηριζόμενος εἰς τήν βιβλικήν διήγησιν, διαθέτει καί ἀνάλογον χῶρον εἰς τήν περί ἧς ὁ λόγος εἰκόνα. Τό κύριον μέρος τῆς εἰκόνος καταλαμβάνουν οἱ Ἀπόστολοι μέ τήν Παναγίαν (τά μέλη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ) καί μόλις ἕνα μικρόν τμῆμα εἰς τό ἄνω μέρος τῆς εἰκόνος καταλαμβάνει ὁ Ἀναληφθείς Κύριος.
Ἐπειδή ἡ Ἀνάληψις κατά τό ἁγιογραφικόν κείμενον ἔγινεν εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν (εὑρίσκεται ἀνατολικῶς τῆς Ἱερουσαλήμ καί ἧτο κατάφυτον ἀπό ἐλαίας κατά τούς ἀρχαίους χρόνους), τό τοπίον τῆς εἰκόνος εἶναι ὀρεινόν μέ ἐλαιόδενδρα ἀνάμεσα εἰς τούς βράχους.
Ἀφοῦ εἴδομεν τάς πληροφορίας, τάς ὁποίας μᾶς δίδει ἡ Ἁγία Γραφή διά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καί πῶς εἰς γενικάς γραμμάς μεταφέρει αὐτάς διά νά τάς παρουσιάσῃ εἰς τήν σχετικήν εἰκόνα ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος, ἐρχόμεθα τώρα νά ἴδωμεν λεπτομερέστερον τά δύο τμήματα τῆς εἰκόνος.
Περιγραφή τῆς εἰκόνος: α) Ὁ Ἀναληφθείς Κύριος. Εἰς τήν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως ὁ Κύριος εἰκονίζεται μέσα εἰς «δόξαν», ἄλλοτε στρογγύλην, καί ἄλλοτε ἐλλειψοειδῆ, καθήμενος ἐπί οὐρανίου τόξου (εἰς ἄλλας εἰκόνας ἐπί θρόνου). Μέ τήν δεξιάν Του χεῖρα εὐλογεῖ καί μέ τήν ἀριστεράν κρατεῖ εἰλητάριον, τό ὁποῖον γράφει: «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Τό εἰλητάριον εἶναι τό σύμβολον τοῦ διδασκάλου.
Τήν «δόξαν», ἐντός τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ Κύριος, ὑποβαστάζουν δύο ἄγγελοι. Συμβολίζουν καί ἐκφράζουν τήν θείαν μεγαλειότητα καί ἐξουσίαν. (Ὁ Κύριος ὡς παντοδύναμος δέν εἶχεν ἀνάγκην τῶν ἀγγέλων διά νά ἀναληφθῇ εἰς τούς οὐρανούς). Εἰς μερικάς εἰκόνας τῆς Ἀναλήψεως οἱ ἄγγελοι δέν ὑποβαστάζουν τήν «δόξαν», ἀλλά ἐνατενίζουν τόν Κύριον εἰς στάσιν προσευχῆς. Ὅπως λέγουν τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ἀποροῦν καί θαυμάζουν, διότι ὁ Χριστός ἀνελήφθη ὄχι μόνον ὡς Θεός, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωπος, δηλαδή μέ τό ἄφθαρτον καί δοξασμένον σῶμά Του.
Ἄλλοτε οἱ ἄγγελοι εἰκονίζονται σαλπίζοντες συμφώνως πρός τόν ψαλμικόν στίχον «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ὁ στίχος αὐτός ἀναφέρεται αὐτούσιος εἰς τήν ὑμνολογίαν τῆς Ἀναλήψεως, διότι «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (τῶν λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μέγας Ἀθανάσιος).
β) Οἱ Ἀπόστολοι. Οἱ Ἀπόστολοι εἶναι χωρισμένοι εἰς δύο ὁμίλους ἔχοντες εἰς τό μέσον τήν Παναγίαν. Ὄπισθεν τῆς Παναγίας εὑρίσκονται δύο λευκοφοροῦντες ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι δείχνουν τόν Ἀναληφθέντα Κύριον. Ὡς ἀγγελιαφόροι τοῦ Θεοῦ διαβεβαιώνουν καί παρηγοροῦν τούς παρισταμένους διά τήν ἐπάνοδον τοῦ Κυρίου κατά τήν δευτέραν παρουσίαν.
Εἰς τό κείμενον τῆς Ἁγίας Γραφῆς τό ἀναφερόμενον εἰς τήν Ἀνάληψιν δέν ἀναφέρεται ὅτι παρευρέθη ἡ Θεοτόκος κατά τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδον τοῦ Υἱοῦ Της. Περί αὐτοῦ μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἱερά Παράδοσις, ὅπως τήν βλέπομεν ἄλλωστε καί εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Ἀξία προσοχῆς εἶναι ἡ θέσις καί ἡ στάσις τῆς Θεοτόκου εἰς τήν εἰκόνα. Εὑρίσκεται ἀκριβῶς κάτωθεν τοῦ Υἱοῦ Της καί εἶναι ἔτσι ὁ ἄξων τῆς ὅλης συνθέσεως. Ἡ στάσις Της εἶναι στάσις προσευχῆς. Οἱ Ἀπόστολοι μέ τάς πρός τόν Κύριον ἐστραμμένας κεφαλάς των καί τάς χειρονομίας των ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν πρός τήν ἀτάραχον καί ἤρεμον μορφήν τῆς Παναγίας. Εἰς τήν εἰκόνα μας τό ὑποπόδιον, ἐπί τοῦ ὁποίου πατεῖ ἡ Θεοτόκος τονίζει ἀκόμη περισσότερον τήν ξεχωριστήν θέσιν Της μεταξύ τῶν εἰκονιζομένων Ἀποστόλων.
Ὁ ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναλήψεως ἠθέλησε μέ τούς Ἀποστόλους, πού περιστοιχίζουν τήν Παναγίαν, νά παρουσιάσῃ τήν Ἐκκλησίαν, εἰς τήν ὁποίαν ὁ Κύριος θά ἔστελνε κατά τήν Πεντηκοστήν τό Ἅγιον Πνεῦμα διά νά τήν ζωοποιήσῃ. Περί τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τούς Μαθητάς καί τῆς ἐπιδημίας του εἰς τόν κόσμον ὁμιλοῦν καί τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, συνδέοντα ἔτσι τά δύο κοσμοϊστορικά καί κοσμοσωτήρια γεγονότα.
Τό πρόσωπον δεξιά τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖον βλέπει εἰς τόν οὐρανόν μέ τήν χεῖρα ἐμπρός εἰς τούς ὀφθαλμούς του, εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κατά τήν Ἀνάληψιν ὁ Παῦλος δέν εἶχεν θέσιν μεταξύ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἡ μεταστροφή του ἔγινεν ἀργότερον. Ἡ θέσις του εἰς τήν εἰκόνα εἶναι συμβολική. Θά γίνῃ καί αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα μέλος ἐκλεκτόν. Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος ἀποσπᾷ τόν Παῦλον ἀπό τήν ἐποχήν του καί τόν συγκαταριθμεῖ μεταξύ τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι καί ἡ θέσις τοῦ Ἰούδα ἀνεπληρώθη καί ἡ παράστασις τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε δυναμική, ἐκφραστική καί συμβολική.
Αἱ ὑψωμέναι εἰς προσευχήν χεῖρες τῆς Παναγίας ὑπενθυμίζουν τόν ρόλον Της πλησίον τοῦ Υἱοῦ Της. Ἡμεῖς, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν… ἀεί μεσιτείαν». Παρακαλοῦμεν τόν Χριστόν νά μᾶς σώσῃ καί ἐλεήσῃ «ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».
Ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σχέσεως Θεοτόκου καί Ἐκκλησίας εἶναι τό ἀλύγιστον τῆς στάσεως τῆς Παναγίας, πού βλέπομεν εἰς μερικάς εἰκόνας. Μέ τήν ἀκινησίαν Της αὐτήν φαίνεται νά ἐκφράζῃ τά ἀμετακίνητα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό τό ἄλλο μέρος οἱ Ἀπόστολοι μέ τάς διαφόρους χειρονομίας των συμβολίζουν τάς διαφόρους γλώσσας καί τά ποικίλα μέσα, μέ τά ὁποῖα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται εἰς τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων.
Κλείομεν τήν ἀνάλυσιν τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναλήψεως μέ τούς λόγους τοῦ Ἁγίου πάπα Λέοντος Α´ (440-461): «Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδική μας ἀνύψωσις καί ὅπου ἡ δόξα τῆς Κεφαλῆς προεπορεύθη, ἐκεῖ καλεῖται καί ἡ τοῦ Σώματος ἐλπίς», τά μέλη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.



ἀπό τό βιβλίο:
«Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ»
ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΓΚΟΤΣΗ